Κάπνισμα και Ψυχική υγεία: Ποια η σχέση τους;

NoSmokin

Το κάπνισμα αποτελεί μια συχνή συνήθεια για πολλούς. Οι αρνητικές επιπτώσεις του καπνίσματος στην υγεία έχουν μελετηθεί πολύ και είναι αρκετά γνωστές. Για την ακρίβεια, το κάπνισμα αποτελεί το κύριο αίτιο θανάτου που μπορεί να προληφθεί στις ΗΠΑ (Bor, Boyd, Himmelstein, Lasser, McCormick, Woolhandler, 2000).

Εκτός όμως από την υγεία του σώματος, το κάπνισμα μπορεί να επηρεάσει και την ψυχική υγεία των καπνιστών, και τις ψυχικές νόσους- ιδιαίτερα την ανάκαμψη από αυτές.

Στατιστικά στοιχεία

Είναι γεγονός πως πολλά από τα άτομα που καπνίζουν βιώνουν κάποιας μορφής ιδιαιτερότητα στην ψυχική τους υγεία: 60% από τα άτομα με προβλήματα ψυχικής υγείας είναι καπνιστές, συγκριτικά με το 25% του γενικού πληθυσμού, και είναι η κατηγορία καπνιστών που καπνίζει πολύ περισσότερο (Adler, et al, 2001).

Άτομα με ζητήματα ψυχικής υγείας αντιπροσωπεύουν το 40.6% του συνολικού αριθμού καπνιστών στις ΗΠΑ και το 44.3% της αγοράς του καπνίσματος. Συνολικά, τα άτομα που έχουν θέματα ψυχικής υγείας είναι αυτά που είναι περισσότερο πιθανό να καπνίζουν, που καταναλώνουν περισσότερα τσιγάρα, και που διατηρούν την συνήθεια εφόρου ζωής (lifetime prevalence) (Bor, Boyd, Himmelstein, Lasser, McCormick, Woolhandler, 2000). Τέτοιες στατιστικές μπορούν να δείξουν πως υπάρχει μία σχέση μεταξύ καπνίσματος και ψυχικής υγείας.

Κάπνισμα και Ψυχική Υγεία

Έχει υποστηριχθεί λοιπόν πως το κάπνισμα μπορεί να επηρεάσει την ψυχική υγεία: έρευνες έχουν δείξει πως οι καπνιστές βιώνουν συμπτώματα ψυχοπαθολογίας πολύ πιο έντονα από τους μη καπνιστές.

Ένα κεντρικό παράδειγμα είναι η σχιζοφρένεια, και οι παθήσεις του ψυχωτικού φάσματος. Έχει βρεθεί πως καπνιστές με σχιζοφρένεια τείνουν να έχουν πολύ πιο έντονη συμπτωματολογία από τους μη καπνιστές, παρά το ότι το κάπνισμα δεν έχει συνδεθεί συγκεκριμένα με κάποιο από τα συμπτώματα.

Ένα ακόμα παράδειγμα είναι τα συμπτώματα κατάθλιψης και άγχους- τόσο για άτομα που τα βιώνουν ως παθήσεις, όσο και για αυτά που τα βιώνουν ως συμπτώματα (Bromet, Guey, Kotov, Schwartz, 2010). Επιπλέον, υπάρχουν κάποιοι ‘μύθοι’ που συνδέουν το κάπνισμα με την ψυχική υγεία – για παράδειγμα πολλοί πιστεύουν πως το κάπνισμα μπορεί να τους βοηθήσει να διαχειριστούν τα συμπτώματά τους (όποια και αν είναι αυτά), γεγονός που δεν αντιπροσωπεύει την πραγματικότητα. Ταυτόχρονα, οι ειδικοί (όπως ψυχολόγοι ή ψυχίατροι) εστιάζουν σε άλλες πτυχές της ζωής του ατόμου, και συγκεκριμένα σε πτυχές της ψυχοπαθολογίας του, και τείνουν να αγνοούν το κάπνισμα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, τόσο τα άτομα που πάσχουν όσο και οι ειδικοί ψυχικής υγείας καταλήγουν να πιστεύουν πως το κάπνισμα βοηθά στο να χαλαρώσουν, να ηρεμήσουν λίγο από τα συμπτώματά τους, και μια προσπάθεια για να το κόψει κανείς είναι η μικρότερη ανησυχία τους (Prochaska, 2011).

Κάπνισμα και φάρμακα

Ταυτόχρονα, το κάπνισμα μπορεί να επηρεάζει και την διαδικασία ανάκαμψης από προβλήματα ψυχικής υγείας. Ως συνήθεια, αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο η ψυχοφαρμακολογία γίνεται δεκτή από τον οργανισμό: συγκεκριμένα, το κάπνισμα αυξάνει τον μεταβολικό ρυθμό της ψυχιατρικής φαρμακολογίας, οδηγώντας σε χαμηλότερα επίπεδα από την εκάστοτε ουσία να καταλήγουν στο αίμα. Έτσι, οι καπνιστές χρειάζονται υψηλότερη δόση του κάθε φαρμάκου, ενώ οι μικρότερες δόσεις έχουν μικρότερο αποτέλεσμα από ότι σε μη καπνιστές (Prochaska, 2011). Το κάπνισμα λοιπόν αλλάζει με πρακτικό τρόπο την προσπάθεια ανάκαμψης από προβλήματα ψυχικής υγείας.

Εν συνόλω, το κάπνισμα έχει και κάποια ακόμα χαρακτηριστικά που τα αντιμετωπίζουν όλοι οι καπνιστές, όμως βιώνονται πιο έντονα από καπνιστές με ψυχοπαθολογία, καθώς έχουν μία επιπλέον “μάχη” να δώσουν. Οι καπνιστές έχουν υψηλότερο βαθμό νοσηλείας σε νοσοκομεία, και περνούν περισσότερο χρόνο σε νοσοκομεία από τους μη καπνιστές. Αυτό με την σειρά του μπορεί να αυξήσει την συμπτωματολογία (για παράδειγμα να εντείνει αισθήματα κατάθλιψης). Επιπλέον, το κάπνισμα μπορεί να αποτελέσει ένα έξτρα οικονομικό βάρος, όχι μόνο για τον καπνιστή μα και για την οικογένειά του, αλλά και για την κοινωνία ως σύνολο, ιδιαίτερα εάν το άτομο δεν εργάζεται και δεν είναι οικονομικά ανεξάρτητο (όπως συμβαίνει συχνά με άτομα που πάσχουν από ψυχική νόσο) (Prochaska, 2011).

Το κάπνισμα εμποδίζει την ψυχική υγεία

Τέλος οι καπνιστές είναι λιγότερο πιθανό να έχουν έναν υγιή τρόπο ζωής και τρόπο αντιμετώπισης των καταστάσεων, γεγονός που διαδρά με την ψυχική υγεία, οδηγώντας σε πιο σοβαρά συμπτώματα και σε έλλειψη εστίασης στο να κόψει κανείς το τσιγάρο, και το κάπνισμα εμποδίζει την ανάκαμψη από προβλήματα καθώς επηρεάζει την ψυχοφαρμακολογία. Κοιτώντας την κατάσταση, μπορεί να υποστηριχθεί πως τα χαρακτηριστικά των καπνιστών δημιουργούν έναν φαύλο κύκλο με την ψυχική υγεία, και εμποδίζουν κάποιον από μία πλήρη ανάκαμψη. Κλείνοντας, αξίζει να σημειωθεί πως τα άτομα που πάσχουν από ψυχιατρικές νόσους είναι μακράν πιο πιθανό να πεθάνουν από σχετικές με τον καπνό παθήσεις παρά από τις ψυχιατρικές νόσους καθ’ αυτές! Το να διακόψει κανείς το κάπνισμα θα μπορούσε να αποτελέσει έναν στόχο της ψυχιατρικής αναμόρφωσης.

 

Γράφει η Σύλβια Σαραφίδου, Ψυχολόγος για το e-psychology.gr

Ενδιαφέροντα σεμινάρια και μαθήματα