Το βάρος του Φωτός

Το βάρος του Φωτός

“Δεν αντέχω άλλο. Μου λείπει οξυγόνο, δεν μπορώ καν να κουνηθώ”.

“Πρέπει ν’ αντέξεις. Θα περάσει”.

“Δεν νομίζω αδελφέ μου. Τις τελευταίες ώρες, τα πράγματα έχουν γίνει πιο δύσκολα. Οι τοίχοι τρέμουν και τα πράγματα γύρω μας χειροτερεύουν”.

“Το ξέρω, αλλά το μέρος αυτό είναι το μόνο που έχουμε. Πρέπει ν’ αντέξεις”.

“Μα δεν μπορώ άλλο έτσι. Νομίζω πως είναι καλύτερα να αφεθώ να με παρασύρει το ρεύμα”.

“Μην το κάνεις αυτό, αδελφέ μου. Αν λυθείς, θα συρθείς προς την τρύπα που οδηγεί στο θάνατο και την καταστροφή. Προσπάθησε ακόμα λίγο”.

“Πάει, το αποφάσισα. Δε θα μείνω εδώ να περιμένω τον θάνατο. Ποιος ξέρει, αν λυθώ μπορεί να υπάρχει κι άλλη δυνατότητα. Δεν ξέρουμε καν τι είναι από την άλλη μεριά…”

“Άλλη δυνατότητα; Μα τι λες τώρα; Και τι θα τρως; Πώς θα προστατευθείς από τις επιθέσεις; Από το κρύο ή τη ζέστη; Αυτό είναι τρέλα. Έλα, πιάσου από μένα”.

“Όχι! Φτάνει πια”.

Και μ’ αυτά τα λόγια, ο μικρότερο λύνει τα σκοινιά του και αφήνεται να γλιστρήσει προς τα κάτω, προς τη μαύρη τρύπα προς το άγνωστο.
Ο αδελφός του τον βλέπει να χάνεται με αγωνία και του φαίνεται πως τον ακούει, δευτερόλεπτα μετά, να κλαίει απελπισμένα από την άλλη μεριά της τρύπας.
“Ο καημενούλης” σκέφτεται, “τι τρομερός θάνατος…”

Απ’ έξω, ο αδελφός του κλαίει και τα πνευμόνια του γεμίζουν φρέσκο αέρα.

Μόλις γεννήθηκε.

Η προσωπικότητά μας είναι, κατά κάποιον τρόπο, ένα μέρος προστατευμένο, ένας χώρος όπου μεγαλώναμε ώσπου να γίνουμε αυτοί που είμαστε, ένα μέρος το οποίο – αν και ξέρουμε ότι μας πέφτει στενό – μας προσφέρει την οχύρωση και τη σιγουριά του οικείου.
Το να εγκαταλείψουμε αυτό το μέρος (στην παραπάνω μεταφορά, με τη “γέννηση” σε μια καινούρια ζωή) μας τρομάζει, γιατί αυτό συνεπάγεται υποχρεωτικά ότι καταπίπτουν κάποια ασφαλή – και ιστορικά – όρια του εγώ.

Το να εγκαταλείψουμε ό,τι ξέρουμε γύρω από τον εαυτό μας, μας ωθεί προς μία μεγάλη αβεβαιότητα, ανέκαθεν συνδεδεμένη με τον φόβο. Στις χειρότερες φαντασιώσεις μας, το να πάψεις να είσαι μοιάζει πάρα πολύ με τον ίδιο τον θάνατο.

Στο πρώτο μέρος αυτού του βιβλίου θυμήθηκα την ιδέα του Γκουρτζίεφ, που έλεγε ότι πρέπει να βρούμε το κουράγιο να πεθάνουμε για να ξαναγεννηθούμε πιο εξελιγμένοι. Γνωρίζοντας αυτή τη φράση, – ή ίσως έχοντας εμπνευστεί απ’ αυτήν -, εντυπωσιάστηκα πριν από μερικά χρόνια από μια ομάδα με το όνομα “Σπειροειδής Χορός” και την παράσταση σύγχρονου μπαλέτου που έδωσαν στο Βαγιαδολίδ.

Το προκλητικό θέαμα λεγόταν: “Το βάρος του φωτός”, και το μικρό εισαγωγικό κείμενο στο πρόγραμμα επεξηγούσε στους θεατές την ιδέα που είχαν επεξεργαστεί οι καλλιτέχνες: τη σύγκρουση των μικρών καθημερινών θανάτων. Των θανάτων εκείνων που είναι αναγκαίοι στον συνεχή αγώνα της αναζήτησης του εαυτού μας, στον αγώνα του ανθρώπου εκείνου που πασχίζει να ξεφορτωθεί το αβάσταχτο βάρος της ίδιας του της εικόνας.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάι “Ο δρόμος της Πνευματικότητας” από τις εκδόσεις Όπερα

 

Ενδιαφέροντα σεμινάρια και μαθήματα