Χόρχε Μπουκάι: Μια ιστορία για την σχέση αλληλεξάρτησης με τους γονείς μας

Χόρχε Μπουκάι: Μια ιστορία για την σχέση αλληλεξάρτησης με τους γονείς μας

Συλλογίστηκα το θέμα των σχέσεων μεταξύ γονέων και παιδιών.

Ο Χοντρός είχε δίκιο. Κάθε γενιά βλέπει τα πράγματα από τη δική της και μόνο οπτική γωνία. Εμείς κι αυτοί – όπως άλλοτε εκείνοι με τους παππούδες μας -, ερχόμαστε σε σύγκρουση γιατί δεν μπορούμε ούτε να συμφωνήσουμε πάνω σε μια κοινή πραγματικότητα.

«Μίλησα με τους γονείς μου».

«Αλήθεια;»

«Τους είπα το παραμύθι με την κότα και τα παπάκια».

«Και;»

«Στην αρχή, αντέδρασαν όπως ακριβώς περίμενα. Η μητέρα μου είπε ότι δεν έβλεπε τι σχέση είχε η ιστορία μ’εμάς κι ο πατέρας μου είπε, απλώς, ότι δεν συμφωνούσε. Ύστερα όμως μείναμε αμίλητοι για κάμποση ώρα, και μετά φάνηκε ότι κάπου τα βρίσκαμε».

«Κατάφερες, επιτέλους, να γεφυρώσεις τη διαφωνία».

«Ναι, όπως το λες. Είναι εύκολο να συμφωνούμε όταν έχουμε τις ίδιες απόψεις. Το δύσκολο είναι να καταλήξουμε σε κάποια συμφωνία όταν διαφωνούμε. Κι ακριβώς αυτό συνέβη».

«Ωραία».

«Παρ’ όλα αυτά, ο πατέρας μου διευκρίνισε στο τέλος ότι πιστεύει πως η γνώμη του έχει προτεραιότητα λόγω ηλικίας, εμπειρίας, και γιατί στη ζωή υπάρχουν κίνδυνοι που εμείς ακόμα δεν είμαστε σε θέση να τους αντιμετωπίσουμε, και τα γνωστά».

«Κι εσύ τι πιστεύεις;»

«Πως αυτό δεν ισχύει. Εγώ θα μπορούσα ν’ αντιμετωπίσω σχεδόν τα πάντα».

«Και τα υπόλοιπα;»

«Τα υπόλοιπα, μάλλον όχι».

«Τότε, ο πατέρας σου έχει δίκιο. Υπάρχουν «κίνδυνοι» για τους οποίους ακόμα χρειάζεσαι τους γονείς σου».

«Ναι, εντάξει».

«Μ’ αυτήν την άποψη νιώθεις σε μειονεκτική θέση, ε;»

«Ναι, αλλά είναι η αλήθεια».

«Είναι αλήθεια! Τώρα μένει να δούμε αν είναι όλη η αλήθεια».

«Δηλαδή;»

«Άκουσε…»

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια οικογένεια βοσκών. Είχαν όλα τα πρόβατά τους μαζί σ’ ένα μαντρί. Τα τάιζαν, τα φρόντιζαν και τα βοσκούσαν. Κάπου κάπου, τα πρόβατα προσπαθούσαν να το σκάσουν.

Ερχόταν τότε ο πιο γέρος βοσκός και τους έλεγε:

«Α, πρόβατα ασυνείδητα και αλαζονικά, δεν ξέρετε ότι εκεί έξω ο κάμπος είναι γεμάτος κινδύνους; Μονάχα εδώ βρίσκετε άφθονο νερό, φαγητό, και προπαντός, προστασία από τους λύκους».

Διαβάστε επίσης: Η κότα και τα παπάκια (Μια ιστορία από τον Χόρχε Μπουκάι)

Γενικά, αυτό αρκούσε για να φρενάρει τις τάσεις «ελευθερίας» των προβάτων.

Μια μέρα γεννήθηκε ένα διαφορετικό πρόβατο. Ας πούμε πως ήταν ένα μαύρο πρόβατο. Είχε επαναστατικές διαθέσεις και ξεσήκωνε τους συντρόφους του να το σκάσουν προς την ελευθερία των λιβαδιών.

Πύκνωσαν οι επισκέψεις του γέρου βοσκού που πάσχιζε να πείσει τα πρόβατα για τους εξωτερικούς κινδύνους. Ωστόσο, τα πρόβατα ήταν ανήσυχα, και κάθε φορά που τα έβγαζαν από το μαντρί όλο και πιο δύσκολα τα μάζευαν.

Ώσπου μια νύχτα, το μαύρο πρόβατο τα έπεισε και το έσκασαν.

Οι βοσκοί δεν αντιλήφθηκαν τίποτα ως το ξημέρωμα, όταν είδαν το μαντρί σπασμένο και άδειο.

Όλοι πήγαν να κλάψουν μαζί με το γέροντα, τον αρχηγό της οικογένειας.

«Έφυγαν, έφυγαν!»

«Τα κακόμοιρα…»

«Και η πείνα;»

«Και η δίψα;»

«Και ο λύκος;»

«Τι θ’ απογίνουν χωρίς εμάς;»

Ο γέροντας έβηξε, ρούφηξε την πίπα του και είπε:

«Αλήθεια, τι θ’ απογίνουν χωρίς εμάς; Και το χειρότερο είναι… Τι θ’ απογίνουμε χωρίς αυτά;»

Απόσπασμα από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάι «Να σου πω μια ιστορία» από τις εκδόσεις opera/nimus

169 Shares
More
Share
Vibe
WhatsApp
Share