Η αίσθηση της πείνας προέρχεται από το μυαλό μας, όχι μόνο από το στομάχι μας

Η αίσθηση της πείνας προέρχεται από το μυαλό μας, όχι μόνο από το στομάχι μας

Η παχυσαρκία θέτει ένα σοβαρό κίνδυνο στην υγεία μας, αφού σχετίζεται άμεσα με σοβαρές ασθένειες, όπως καρδιοπάθειες, εγκεφαλικό επεισόδιο, διαβήτη τύπου 2 και καρκίνο. Σε μια προσπάθεια καταπολέμησης αυτής της τάσης προς την παχυσαρκία, πολλοί άνθρωποι μπαίνουν σε δίαιτα. Κι όμως, το 95% των ανθρώπων θα ανακτήσει το χαμένο βάρος μέσα στα επόμενα 1-5 χρόνια. Γιατί δυσκολευόμαστε τόσο να διατηρήσουμε ένα υγιές βάρος;

Ο εξελικτικός βιολόγος Daniel Lieberman εξηγεί ότι οι άνθρωποι εξελίχθηκαν έτσι ώστε να επιθυμούν ζάχαρη για ενέργεια σε καιρούς έλλειψης και για να στηρίξουν τη λειτουργία των μεγάλων εγκεφάλων μας. Όμως, στις μέρες μας, δεν υπάρχει έλλειψη ζάχαρης. Το αποτέλεσμα είναι η παραπάνω ζάχαρη που είναι διαθέσιμη σε εμάς να μετατρέπεται σε λίπος, προκαλώντας μια επιδημία παχυσαρκίας.

Αλλά ασχέτως της μεγαλύτερης διαθεσιμότητας ζάχαρης και φαγητού γενικά, γιατί συνεχίζουμε να τρώμε, αφού το σώμα μας έχει αποκτήσει αρκετή ενέργεια για να διατηρηθεί; Είναι για απόλαυση; Τρώμε από βαρεμάρα; Εδώ δείχνουμε ότι η παχυσαρκία δεν προκαλείται από σωματική πείνα, αλλά ότι υπάρχουν ψυχολογικές αιτίες πίσω από την ανάγκη μας να τρώμε περισσότερο απ’ όσο χρειαζόμαστε.

Τρία είδη σημάτων

Οι άνθρωποι πεινούν μόνο όταν το στομάχι τους είναι άδειο και νιώθουν κορεσμό, όταν είναι γεμάτο: λάθος. Τα βιολογικά σήματα που σχετίζονται με το άδειο στομάχι και μας λένε ότι χρειαζόμαστε φαγητό αναφέρονται ως εσωτερικά σήματα.

Όμως, ακόμα κι όταν αυτά τα στοιχεία δεν είναι παρόντα, τα εξωτερικά στοιχεία μπορούν να προκαλέσουν επίσης πείνα. Αυτά τα εξωτερικά στοιχεία μπορούν να διαχωριστούν σε δύο κατηγορίες: κανονιστικά σήματα, όπως το μέγεθος της μερίδας, που περιλαμβάνει τα κατάλληλα επίπεδα κατανάλωσης και τα αισθητηριακά σήματα, όπως η όσφρηση ή η γεύση και συναποτελούν την ηδονική αξία του φαγητού. Οι Herman & Polivy, 2008). Schachter (1968) αρχικά υποστήριξαν ότι οι υπέρβαροι είναι πιο ευάλωτοι σε εξωτερικά σήματα και ανταποκρίνονται λιγότερο σε εσωτερικά σήματα σε σύγκριση με άλλους. Επομένως, είναι πιθανότερο να φάνε ακόμα κι όταν το σώμα τους δεν τους στέλνει σωματικά σήματα για να το κάνουν. Σε ένα αναθεωρημένο μοντέλο, υποστηρίζουν ότι τα κανονιστικά σήματα επηρεάζουν όλους τους ανθρώπους, απλά οι υπέρβαροι είναι πιθανότερο να επηρεαστούν από αισθητηριακά σήματα σε σύγκριση με άλλους.

Εξωτερικά αισθητηριακά σήματα

Τα αισθητηριακά σήματα, η όσφρηση, η γεύση δημιουργούν την επιθυμία να καταναλώνουμε φαγητό, παρά την απουσία πραγματικής βιολογικής πείνας. Αυτό σημαίνει ότι μία ποικιλία εξωτερικών αισθητηριακών σημάτων μπορεί να επηρεάσει την κατανάλωση τροφής, ακόμα κι αν δεν πεινάμε.

Εξωτερικά κανονιστικά σήματα

Γενικά μιλώντας, οι άνθρωποι έχουμε την τάση να καταναλώνουμε όλο το φαγητό που έχουμε στο πιάτο μας. Και έτσι δεν είναι περίεργο που χώρες που βρίσκονται σε υψηλές θέσεις στο ζήτημα της παχυσαρκίας έχουν και μεγαλύτερες ποσότητες στα πιάτα τους, σε σύγκριση με άλλες χώρες, όπως η Γαλλία, που το ποσοστό των υπέρβαρων είναι χαμηλό. Αυτό υποδεικνύει ότι ο κορεσμός δεν ορίζεται απαραιτήτως από το πόσο καταναλώνουμε και πόσο γεμάτα είναι τα στομάχια μας, αλλά περισσότερο από νόρμες και προσδοκίες κατανάλωσης.

Κοινωνικά σήματα

Εκτός από τα αισθητηριακά και κανονιστικά σήματα, η κοινωνική διευκόλυνση είναι ένα ακόμα είδος εξωτερικών σημάτων που μπορεί να επηρεάσει τις συμπεριφορές κατανάλωσης. Οι Redd & Castro (1992) βρήκαν ότι όταν τρώμε μόνοι μας, τρώμε λιγότερο, ενώ όταν είμαστε με άλλους, καταναλώνουμε περισσότερο νερό, αλάτι, φαγητό και αλκοόλ.

Όπως μπορούμε να δούμε, τα εξωτερικά σήματα είναι εξαιρετικά σημαντικά ως προς το πότε νιώθουμε πείνα και πόσο επιλέγουμε να φάμε. Παρά τον κυρίαρχο ρόλο που παίζουν τα εξωτερικά σήματα, συχνά δεν έχουμε επίγνωση.

Στρες

Υπάρχουν κι άλλοι ψυχολογικοί παράγοντες που μπορούν επίσης να μας κάνουν να καταναλώσουμε φαγητό ενώ δεν το χρειαζόμαστε οργανικά. Σε ένα πείραμα με γυναίκες συμμετέχουσες, οι Groesz et al. (2011) βρήκαν ότι όσο μεγαλύτερο στρες ένιωθαν, τόση περισσότερο επιθυμούσαν να τρώνε συχνά. Επίσης, υιοθετούσαν ανθυγιεινές πρακτικές κατανάλωσης και επέλεγαν κακή ποιότητα φαγητού (έτοιμα, επεξεργασμένα γεύματα).

Ενδιαφέροντα σεμινάρια και μαθήματα