«Το Άδοξο Τέλος Ενός Γερασμένου Ονείρου Θερινής Νυκτός» | Δεύτερο βραβείο διηγήματος

«Το Άδοξο Τέλος Ενός Γερασμένου Ονείρου Θερινής Νυκτός»

«Το Άδοξο Τέλος Ενός Γερασμένου Ονείρου Θερινής Νυκτός» από την Καλειδοσκοπική Κλειδαρότρυπα

Του Γιώργου Η. Παγωνάκη

«Τα μάτια του άνοιξαν προτού προλάβει να κουνήσει κάποιο από τα μέλη τού σώματός του. Είχε συνηθίσει στα παγωμένα δάχτυλα, στ’ αγκυλωμένα από το τσουχτερό κρύο κοκκινισμένα χέρια του και το γεμάτο ζεστές σκέψεις κεφάλι του. Το παράπηγμα στο οποίο διέμενε και φιλοξενούνταν από έναν τύπο που γνώρισε μόλις πριν μία εβδομάδα δεν του επέτρεπε ανώφελες κινήσεις. Η παραμικρή και επιπόλαια συνίστατο σε μία γερή δόση υγρασίας σε βαθμό που λίγο έλειπε από το να αντηχεί κάθε κίνηση του σώματός του λες και τρίβονταν τα κόκαλα και οι κλειδώσεις του. Για το λόγο αυτό είχε κατορθώσει με τον καιρό πρώτα να παρατηρεί και ακολούθως να κινείται. Άλλωστε, μία ζωή δίχως πολυτέλειες και επιλογές παρά μονάχα ενδιαφέρον και ζήλο για τη δουλειά και την οικογένειά του καθιστά οιονδήποτε, περισσότερο συντηρητικώς υπεύθυνο από κάποιον που η ζωή δεν του είναι φειδωλή στις ευκαιρίες.

Ο Φερνάντο ζούσε τις τελευταίες τρεις εβδομάδες ως πλάνητας και ανέστιος έχοντας περπατήσει δεκάδες χιλιόμετρα, όχι για να διατηρήσει τη φόρμα του, μα γιατί έπρεπε να καλύψει την ευρύτερη περιοχή που του είχαν αναθέσει, δίχως να γίνεται αντιληπτός. Οι παρέες που είχε συνάψει αυτό το διάστημα ποικίλαν, κάτι το οποίο τον ανάγκαζε να μεταμφιέζεται (αφενός μεν εξ όψεως και αφετέρου δε εσωτερικά, καθώς η ελίσσουσα ψυχολογία ήταν το Α και το Ω στη δουλειά του), ώστε να καταφέρνει ν’ αποσπά ουσιώδεις πληροφορίες.

Ήταν γόνος μιας εύπορης καθολικής οικογένειας από το Χουάιτ-Τσάπελ του Λονδίνου, του τυχοδιώκτη Malcolm Gum και της φτωχής, τροφού στο επάγγελμα, Eloise Griffith. Οι γονείς του κατάφεραν εκμεταλλευόμενοι το εμπορικό δαιμόνιο του Malcolm να εξελιχθούν σε ένα πλούσιο ζευγάρι, που μετακόμισε στο κέντρο του Λονδίνου στις αρχές του 1878. Είχε αναπτύξει ως μεσάζων χρυσές δουλειές εκμεταλλευόμενος τα καταστροφικά αποτελέσματα των ανεξέλεγκτων λιμών στην Ινδία από το 1860 μέχρι και τη δεκαετία του 1890. Ο ιδιάζων τυχοδιωκτισμός του Malcolm Gum -ένα μείγμα από ευγένεια και βαγαποντιά- έμελλε να αποτελέσει το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του γιου του Φερνάντο, ο οποίος στα είκοσί του επάνδρωσε την βρετανική αστυνομία.

Η βικτωριανή αγνότητα και η καθωσπρεπίστικη διαχείριση των γονιών του δεν του είχαν επιτρέψει να απομακρυνθεί και επισκεφτεί τη γειτονιά που “συνελήφθη”, ένα βρωμερό βράδυ γεμάτο αμαρτία, λαγνεία και ουσίες σε ένα δωμάτιο του μοτέλ «Interlude». Τώρα όμως είχε έρθει η στιγμή, που με την ιδιότητά του ως ντεντέκτιβ θα επισκέφτονταν την περιοχή που είχαν γνωριστεί και έμεναν στην αρχή οι δικοί του. Είναι χειμώνας του 1900.

Ένα κουρασμένο φθινόπωρο με την όψη αγριωπού χειμώνα είκοσι χρόνια πριν, εκεί στα τέλη του 1880, έμελλε να αποτυπωθεί ως ένα από τα ειδεχθέστερα όσον αφορά την αγριότητά του μεταμορφώνοντας την συνοικία σε πραγματικό θέρετρο φιλήδονων εγκληματιών. Τότε διεπράχθησαν οι πρώτοι πέντε φόνοι γυναικών που βαραίνουν ως τεκμήρια (από τότε;) τον Τζακ τον Αντεροβγάλτη (;). Η συνέχεια χαρακτηρίστηκε από μία περίοδο μακράς ανησυχίας και έντονης κινητικότητας τόσο από πλευράς διωκτικών αρχών όσο και της ερεβώδους πλευράς του περιθωρίου.

Αρχικά, τους πρώτους πέντε φόνους ακολούθησε ένα διάστημα καθηλωτικής παγωμάρας μιας και ο χειμώνας κατακάθισε βαρύς πάνω από το Λονδίνο. Ο κόσμος, ενίοτε με πρόφαση τη βαρυχειμωνιά και άλλες φορές τουρτουρίζοντας από τις βαρύγδουπες ανακοινώσεις της Αστυνομίας, δίσταζε να μετακινηθεί άνευ λόγου στα δρομάκια και τις παρόδους της συνοικίας. Η ατμόσφαιρα μύριζε ιδρώτα μετάνοιας και εσχατολογικής σύμπνοιας λίγο πριν την καταστροφή.

Η Χουάιτ-Τσάπελ φημίζονταν για τα όμορφα κορίτσια της και τα μετακινούμενα πανδοχεία “παροχής συντροφιάς”(ακόμη και με κατ’ οίκον στάθμευση/εγκατάσταση) αφενός, αφετέρου για την απροκάλυπτη πολλές φορές συγκάλυψη που τους παρείχαν αστυνομικοί περιπολίας και υψηλότερων βαθμών. Για χρόνια αποτελούσε το παλκοσάνιδο ποικίλων ερωτικών περιπετειών ανείπωτων και τραγωδιακών στην κατάληξή τους, ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που είχαν αποπεμφθεί από την υπηρεσία νεαροί και μεγαλύτεροι σε ηλικία και βαθμό υπάλληλοι που δεν άντεχαν άλλο να προσποιούνται τους ένστολους διώκτες των παθών μέσα σε αυτή την κινούμενη άμμο αμαρτίας.

Αλίμονο, σχεδόν πέντε μήνες αργότερα, η ανακάλυψη δύο σαδιστικά κατακρεουργημένων πτωμάτων, της πόρνης Ελοΐζ Μεντινόουζ και της “ελευθέρων ηθών” θυγατέρας τού κοσμηματοπώλη Νταίηβιντ Χότζες, Πρισσίλα, πυροδότησε τη φλόγα που θα αναδείκνυε την επικείμενη τροπή που επρόκειτο να έπαιρναν οι ηθικοσεξουαλικώς εφορμώμενοι φόνοι. Τον επόμενο χρόνο, άλλες τέσσερις νεαρές πόρνες είχαν βρεθεί μη φυσιολογικώς βιασμένες έχοντας αφαιρέσει ο δολοφόνος τις γενετήσιες περιοχές των. Σχεδόν μία 15ετία αργότερα, στα κατάστιχα των ανεξιχνίαστων δολοφονιών γυναικών είχαν προστεθεί άλλες είκοσι υποθέσεις. Όλες οι περιπτώσεις αφορούσαν κοπέλες από 13 έως και 27 χρόνων, τουλάχιστον χαριτωμένες και “ελαφριές τη ηθική”.

Και η συνοικία Χουάιτ-Τσάπελ του Λονδίνου, φημισμένη από καιρό για τη μιαρότητα και την ανηθικότητα, την προστυχιά και την παρανομία, το περιθωριακό της προσωπείο και την παραβατικότητά της στάθηκε το θέατρο των συνταρακτικών αυτών δολοφονιών, εκδιδόμενων κυρίως γυναικών. Σύμφωνα με τις τότε υποθέσεις, επρόκειτο για χριστουγεννιάτικα μηνύματα από μία ασύλληπτη προσωπικότητα που αντιδρούσε με αμείλικτο τρόπο στην πορνεία και την ασέβεια.
Για τα υπόλοιπα πέντε χρόνια τηρήθηκε μία ένοχη σιωπή στην οποία συναινούσε συλλήβδην όλος ο κόσμος της συνοικίας και η κρατική αρχή του Λονδίνου. Γεγονός πρωτοφανές, σαν γενικευμένη συνενοχή αποσιώπησης, για αυτόν τον αριθμό ταυτόσημων σχεδόν ανεξιχνίαστων εγκλημάτων τέτοιου βαθμού φρικαλεότητας…

Ο Φερνάντο είχε προαχθεί στη θέση του μυστικού πράκτορα στο γραφείο ανθρωποκτονιών εδώ και περίπου οκτώ μήνες έχοντας επιδείξει επαγγελματικό ζήλο και αποτελεσματικότητα. Μολονότι νέος και σχετικά άπειρος, συγκρίσει της σταδιοδρομίας άλλων συναδέλφων του, έχαιρε απεριόριστης συμπάθειας και εξόφθαλμης εμπιστοσύνης. Το αντίτιμο αυτής της επαγγελματικής καταξίωσης, αντιστρόφως ανάλογα, ήταν η παντελής έλλειψη προσωπικής ζωής. Πλην της οικογενείας του, της ενορίας και του κύκλου της, ο δικός του μικρόκοσμος συμπληρώνονταν από τους συναδέλφους του και τις ζωές των πρωταγωνιστών του περιθωρίου και της εγκληματικότητας, στις οποίες συμμετείχε ως οικοδεσπότης, επιτηρητής και διώκτης. Τουλάχιστον αυτά θα μπορούσε να υποθέσει κάποιος. Ήταν ένας παρθένος 22 ετών, ο οποίος συνάμα είχε μεταμορφωθεί σε ένα καταξιωμένο όργανο νεαρής ηλικίας.

Εκ των πραγμάτων, η αποστολή που έπρεπε να φέρει σε πέρας ήταν για τον ίδιο μία πραγματική πρόκληση και ταυτόχρονη βάπτιση. Πέντε αγρίως δολοφονημένες γυναίκες νεαρής κυρίως ηλικίας, από τις οποίες ο σαδιστής δολοφόνος είχε αφαιρέσει τα γεννητικά τους όργανα: αυτό το αμαρτωλό εργαλείο ηδονής και λαγνείας, του αγοραίου αποταμιευτήρα υγρών έρωτα και από την άλλη πλευρά το ανθρώπινο μέσο αναπαραγωγής του είδους, “όχι όμως και της Παναγίας”, όπως αρέσκονταν χαιρέκακα να υπογραμμίζει. Το αξίωμα που κατείχε και η επικινδυνότητα που αυτό ενείχε δεν ήταν η μεγαλύτερη βάσανος για τον Φερνάντο. Αυτός χλώμιαζε στο ενδεχόμενο να επισκεφτεί τους περιώνυμους αυτούς “οίκους συντροφιάς” της γενέθλιας περιοχής του, πολλώ δε μάλλον το να πλαγιάσει με κάποια πόρνη προκειμένου να αποσπάσει πληροφορίες. Σε όλα αυτά συνυπολόγιζε και το γεγονός πως θα επισκέπτονταν για πρώτη φορά την περιοχή στην οποία γεννήθηκε: αυτό το άντρο ακολασίας και οίησης, εκεί που αρχικά παρουσιάστηκε ως υποψία σπέρματος. Αυτός, ένας ενάρετος και χρηστός ένστολος υπάλληλος στην υπηρεσία του ανυπεράσπιστου και θεοσεβούμενου πολίτη.

Μια περίεργη διάθεση τον κυρίευσε από την πρώτη κιόλας στιγμή που ο Αστυνόμος Α’ τού γνωστοποίησε την αποστολή του.
“Έχετε δώσει αρκετά καλά δείγματα και η απόδοσή σας με ικανοποιεί κύριε Gum”, είχε αποφανθεί ο προϊστάμενός του στην κατ’ ιδίαν συζήτηση που είχαν. “Γνωρίζω πως οι γονείς σας έμεναν σε αυτήν την συνοικία σχεδόν τη μισή τους προηγούμενη ζωή μέχρι να μετακομίσουν στο κέντρο του Λονδίνου. Ως εκ τούτου, πέρα από τις δικές μας υποδείξεις θα έχετε τις πιο ουσιώδεις διασυνδέσεις από τον κύκλο των γονιών σας και τις εμπειρίες των!”.
“Με όλο το σεβασμό κύριε Αστυνόμε, πάνε είκοσι χρόνια από τότε που μετακόμισαν στο κέντρο κι εγώ ήμουν μόλις 2 χρόνων!”, αντέτεινε με πειθαρχημένο ύφος ο Φερνάντο.
“Κύριε Gum, σας παρακαλώ. Δεν υπηρετείτε στο σώμα για να το διαμορφώνετε μα για να το στελεχώνετε με την επαγγελματικότητά σας και την εργασία σας! Εκτελείτε, κύριε Gum! Δεν αποφασίζετε ούτε οργανώνετε εκ των προτέρων! Διεκπεραιώνετε, διαλευκάνετε αν προτιμάτε, τις υποθέσεις! Εξάλλου, το περιβάλλον είναι πιο φιλικό και οικείο στην οικογένειά σας, στον επιχειρηματία πατέρα σας αν θέλετε, από οποιονδήποτε άλλον πράκτορα και το γεγονός ότι τους τελευταίους οκτώ μήνες έχετε φέρει σε πέρας έναν εσμό περίεργων υποθέσεων σας καθιστά τον πλέον κατάλληλο για τη συγκεκριμένη αποστολή! Άλλωστε, απ’ ότι γνωρίζω ακόμη δεν έχετε δοκιμάσει τους καρπούς της σαρκικής αμαρτίας”.

Το σοβαρό ύφος του Αστυνόμου και η τελευταία επί προσωπικού νύξη είχε επηρεάσει μια και καλή τη μετέπειτα πορεία του νεαρού πράκτορα. Ο προϊστάμενός του δεν ήξερε τις εσωτερικές προκλήσεις που θα αντιμετώπιζε ο ίδιος. “Όπως διατάξετε κύριε Αστυνόμε!” αντέτεινε ο Φερνάντο με μία στάση πλήρως ευθυγραμμισμένη στην περίσταση.
“Θα δέχομαι νεότερά σας, όποια στιγμή κρίνετε εσείς ως απαραίτητη. Και επαναλαμβάνω το “απαραίτητη” κύριε Gum, γιατί έχετε πλέον αναλάβει την υπόθεση δολοφονιών των νεαρών κοριτσιών και όχι κάποια άλλη στην οποία ενδεχομένως να ενσκύψετε…κατά λάθος! Καλημέρα, κύριε Gum!” και η πόρτα άνοιξε και έκλεισε με διαφορά κλασμάτων του δευτερολέπτου.

Αυτή η διαταγή έμελε να αλλάξει για πάντα τον ρου της ζωής του νεαρού φερέλπιδος αστυνόμου φτάνοντας μέχρι και την μυστηριώδη εξαφάνισή του οκτώ χρόνια αργότερα. Θα χάνονταν σαν την αχλύ που εκπνέει στα βάθη του ορίζοντα αφήνοντας τα μάτια των ανθρώπων πίσω της να τρίβονται για να καταλάβουν τι προηγήθηκε. Ο διώκτης και μαζί με αυτόν και ο διάσημος άγνωστος διωκόμενός του…Οκτώ χρόνια αφότου ανέλαβε να κυνηγήσει τον περίφημο απάνθρωπο.
Μέσα σε αυτό το διάστημα οι περιπτώσεις δολοφονιών συνεχίστηκαν με άτακτη συχνότητα και πέραν της συνοικίας Χουάιτ Τσάπελ. Εν τούτοις, όσες λάμβαναν χώρα στη συνοικία που είχε αναλάβει ο Φερνάντο και την οποία φαίνεται από τις κινήσεις του πως έμαθε καλύτερα και από τους γονείς του, όλες τους είχαν ένα καινούριο στοιχείο: Καθεμία από τις κοπέλες είχαν υποστεί παρά φύση βιασμό προτού ζωντανές ακρωτηριαστούν, επί τόπου. Η άνεση με την οποία δρούσε ο σαδιστής θύτης έφερνε στο μυαλό των έντρομων κατοίκων το νωπό παρελθόν της συνοικίας τους. Στο άκουσμα κάθε φόνου που γίνονταν με τόσο απροκάλυπτο τρόπο ακόμη και σε δημόσιους χώρους, οι οικογένειες προσπαθούσαν να ανακτήσουν τη χαμένη ευσέβειά τους. Για ημέρες μετά από κάθε παρά φύση βιασμό και δολοφονία η συνοικία δεν χρωματίζονταν από την παρουσία γυναικών, ακόμη και ηλικιωμένων ή…υπερήλικων. Τέτοιος τρόμος!
Κάθε φορά που η Αστυνομία πίεζε τον Φερνάντο να εντείνει τις προσπάθειές του για τον εντοπισμό του δράστη, ο σαδιστής δολοφόνος κατάφερνε να εξαφανίσει τα ίχνη του. Ο τριαντάχρονος ντεντέκτιβ ναι μεν έδειχνε περισσότερο πείσμα και σαρδώνεια διάθεση, μα πάντοτε λίγο πριν φτάσει στην αποκάλυψη αποτύγχανε.»

…………….

Άφησε το βιβλίο να πέσει σχηματίζοντας μία αυθαίρετη στέγη πάνω από τη βουβωνική του περιοχή, ξαπλωμένος όπως ήταν στον καναπέ. Είχε ανάψει! Δεν ήταν όμως η υγρή και ζεστή ατμόσφαιρα του Αυγούστου που του ζέστανε εξαπίνης τις αισθήσεις. Αντιθέτως, ήταν το δυνατό χαστούκι της ανάδευσης της Ιστορίας και οι λεπτομερείς – ευδιάκριτες μελανιές που άφηνε στο πρόσωπό του. Μολονότι ηλικιωμένος μα και γεμάτος χρόνια εμπειρίας, εδώ και τρεις μήνες συμμετείχε στη διαδικασία διαλεύκανσης μίας παρόμοιας υπόθεσης-ταυτόσημης αγριότητας, στην ίδια συνοικία του Λονδίνου.

Παρά το μεγάλο της ηλικίας του, η Scotland Yard πάντοτε τον συμβουλευόταν σε παρόμοιες υποθέσεις, καθότι ο ίδιος είχε αναπτύξει μία άκρως αποτελεσματική διαδικασία έρευνας, πρωτοποριακή για την εποχή. Ο τρόπος συμπυκνώνονταν στην πρόταση με την οποία ξεκινούσε κάθε συλλογισμό του ενώπιον της ερευνητικής ομάδας, ήτοι «ας υποθέσουμε πως θύτης είναι ο αστυνόμος και λίγο προτού να φτάσουμε σε αυτόν θα έχουμε βρει τον δράστη». Θεωρούσε πως αναστρέφοντας την πραγματικότητα που κυριαρχεί στο έγκλημα, ότι δηλαδή πάντοτε οι διωκτικές αρχές βρίσκονται πίσω από τους θύτες, θα μπορούσε η αστυνομία να χαλιναγωγήσει τινί τρόπω την εξέλιξη της εκάστοτε έρευνας. Αυτό φαίνεται τουλάχιστον πως έφερνε αποτελέσματα στους φόνους που ενείχαν σε μεγάλο βαθμό τη σεξουαλικότητα και ως εκ τούτου τύγχαναν και της ερευνητικής συμβολής του ίδιου.

Ακαριαία, μπήκε στον πειρασμό να σκεφτεί πως το βιβλίο σε άλλη περίπτωση θα του χρησίμευε σαν λυσάρι της υπόθεσης που είχε αναλάβει. Εν τοις πράγμασι όμως, δηλαδή στην χειρότερη των υποθέσεων, θα γίνονταν ο μίτος που θα κουλούριαζε ο ίδιος γύρω από το γέρικο λαιμό του.

Ήταν ένα αποπνικτικό βράδυ στα τέλη του Αυγούστου του 1948. Τρία χρόνια από την οριστική κατάλυση του Άξονα, τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου. Το Λονδίνο επούλωνε τις πληγές του και ο βρετανικός κόσμος προσπαθούσε να ανασυγκροτήσει τις ταχύτητες και τους ρυθμούς του. Το μεταπολεμικό σκοτάδι της αβεβαιότητας έδειχνε να αιωρείται στον παγκόσμιο ορίζοντα σαν φτερωτός κλέφτης. Απεναντίας, η συνοικία Χουάιτ-Τσάπελ δεν εισέπραττε τίποτε από τα νικηφόρα βρετανικά αισθήματα και τις υφέρπουσες φιλοδοξίες των επιζώντων νικητών μιας και οι ερεβώδεις σκιές των νυχτοπερπατημάτων στα σοκάκια της μετέφεραν έναν διαρκή φόβο, κολλώδη σαν την αποπνικτική υγρασία που βολόδερνε στους στενούς δρόμους. Έναν φόβο που δεν αφορούσε μονάχα τις ιερόδουλες. Άλλωστε την φετινή καλοκαιρινή διάθεση δεν ντύνονταν μονάχα οι πιστοί και οι έχοντες. Το καλοκαίρι ανέκαθεν ήταν για τους φτωχούς εν αντιθέσει με το χειμώνα, όπου επιβίωνε συνήθως η σκληρόπετση μάζα των πλουσίων και ευγενών.

Στην καριέρα του πλέον ως στέλεχος της Scotland Yard είχε διαπρέψει για σχεδόν τριάντα χρόνια και τώρα ασχολούνταν με το φόνο τριών νεαρών ιερόδουλων, οι οποίες αφού είχαν βιαστεί παρά φύση, στη συνέχεια ακρωτηριάστηκαν στα γεννητικά τους όργανα. Τα γεγονότα του χειμώνα του 1900 επέστρεφαν σαράντα οκτώ χρόνια μετά. Το ενδεχόμενο να ζει ο ίδιος δράστης τόσα χρόνια μετά φάνταζε πέρα για πέρα απίθανο. Αυτή η άποψη κυριαρχούσε στους κόλπους της αστυνομίας και των ανυποψίαστων και κουρασμένων κατοίκων. Εν τούτοις, η βιογραφία του θρυλικού Αστυνόμου F. Gum έστεκε ανέλπιστα επίκαιρη όσο ποτέ.

Τα κόκαλα του Βίνσεντ έτριζαν από τις κομάρες και το τρεμουλιαστό σπασμό του σώματός του, μέσα στο αφιλόξενα υγρό και μουχλιασμένο δωμάτιο που νοίκιαζε στην γειτονιά της Str. Tates, σε ένα βικτωριανό κτίριο. Η ίδια μυρωδιά, γερασμένη κατά εβδομήντα χρόνια, ακόμη σουλατσάριζε στα δρομάκια και τα πλακόστρωτα σοκάκια της συνοικίας. Μερικές αναπαλαιώσεις και επιδιορθώσεις των κτιρίων, όσων είχαν αποφύγει παραπλεύρως τους βομβαρδισμούς του πολέμου, δεν ήταν δυνατόν να καλύψουν το βεβαρημένο και αμαρτωλό παρελθόν της περιοχής.

Ο ίδιος είχε μετά βίας καταφέρει, τόσα χρόνια μετά, να παραμείνει ξεχασμένος στο σισύφειο πρόγραμμα λήθης του παρελθόντος του. Είχε καταφέρει στην εντέλεια κατά τη διάρκεια όλων αυτών των δεκαετιών να εξαφανίσει την αιτία της μέχρι τώρα θαμμένης παρουσίας του στον κόσμο. Ήταν εβδομήντα χρόνων. Σχεδόν πενήντα χρόνια τώρα πάσχιζε με νύχια και με δόντια να θάψει βαθιά, όσο βαθύτερα μπορούσε τις αιτίες και τις αφορμές που τον είχαν οδηγήσει σε αυτή τη μακρόχρονη υποκριτική συμπεριφορά. Δοκίμασε μέσα από την εθελοντική ένταξή του στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, συνέχισε αναποτελεσματικά στον πόλεμο της Ουκρανίας το 1919 φτάνοντας τον επόμενο χρόνο να ενταχθεί στους κύκλους της μυστικής Βρετανικής Αστυνομίας, την οποία και θα υπηρετούσε με ασίγαστο πάθος και αριστοτεχνική επαγγελματική συμπεριφορά.

Ονομάζονταν Βίνσεντ Μπιούσφορντ και πάσχιζε να σιγήσει, διακριτικά και επιμελώς, τις ερινύες του παρελθόντος του. Είχε αλλάξει γιατί έπρεπε να αλλάξει αν ήθελε να αναπνέει ελεύθερος. Η εκρηκτική πρώτη, γεμάτη εκπλήξεις επίγευση της δισυπόστατης πορείας του, για μία δεκαετία, ενόσω δυνάμωνε τη φρενήρη μανία του απέναντι στα κακώς κείμενα της παρακμάζουσας ηθικής ταυτόχρονα τον απειλούσε εντόνως. Και τώρα, εδώ και μισή ώρα, διάβαζε πως τελικά, όλη του αυτή η προσπάθεια έτεινε προς την ολοκληρωτική της τραγωδιακή κάθαρση.

Ο F. Gum εξακολουθούσε να ζει ως αινιγματικός θρύλος μέσα από τις σελίδες αυτού του τόμου, που είχε μόλις κυκλοφορήσει και εξιστορούσε με εμφανείς ενδοιασμούς την επαγγελματική σταδιοδρομία του. Οι ενδοιασμοί του συγγραφέα του βιβλίου αντικατόπτριζαν τη γενικότερη αμφιβολία που είχε καλλιεργήσει η εξαφάνιση του φερέλπιδος ντεντέκτιβ, ύστερα από την εικοστή κατά σειρά φρικιαστική δολοφονία, τριών μεσήλικων ιερόδουλων εκείνη τη φορά, λίγο πριν τη συμπλήρωση της πρώτης δεκαετίας του 20ου αιώνα. Ο F. Gum σε όλη του την επαγγελματική ενασχόληση με τους φόνους των ιερόδουλων βρίσκονταν πάντοτε ένα βήμα πίσω από το δολοφόνο. Έμοιαζε να εισπράττει τα χνώτα του θύτη στη μούρη του κάθε φορά που η υπηρεσία του νόμιζε πως ο ίδιος βρίσκονταν με τα χέρια προτεταμένα στην πλάτη του δολοφόνου. Κάθε φορά όμως…

Ο συγγραφέας του βιβλίου, ένας έντιμος και καθώς πρέπει νεαρός Λονδρέζος που άκουγε στο όνομα Howard Mule δεν έδειχνε να συγκινείται από τις διακρίσεις και τους επαίνους που είχε τύχει ο θρυλικός εξαφανισθείς πράκτορας. Στην πραγματικότητα, ο F. Gum είχε εξαφανιστεί την περίοδο που η βρετανική αστυνομία έψαχνε τον δράστη αυτών των αποτρόπαιων δολοφονιών κάπου μέσα στους κόλπους της. Η αινιγματική του εξαφάνιση όμως, είχε και σαν αποτέλεσμα να παρασύρει στη λήθη τον ίδιο τον δολοφόνο και να καταχωνιάσει στην αραχνοΰφαντη αχλύ της ιστορίας, το κουβάρι με τις δολοφονίες των ιερόδουλων.

“Πραγματικός γάιδαρος υπομονής αυτός ο πιτσιρικάς, άρα επικίνδυνος” υποτονθόρισε ο Βίνσεντ και σηκώθηκε να τεντωθεί σπάζοντας την θαμπή πανοπλία υγρασίας που είχε αγκιστρωθεί πάνω του. Το βιβλίο με τις βιογραφούμενες περιπέτειες του F. Gum είχε βρεθεί στα πόδια του το προηγηθέν απόγευμα. Κατεβαίνοντας τις σκάλες για να πάει στην υπηρεσία του βρήκε, όπως συνηθίζονταν, πάνω στο μάρμαρο της ρεσεψιόν στοιβαγμένη την αλληλογραφία και τους λογαριασμούς των ενοίκων. Στην απότομη κίνηση που έκανε να πάρει τους φακέλους του δίχως να καθυστερήσει λεπτό παραπάνω έπεσε στα πόδια του ένας μικρός τόμος. Έσκυψε να τον σηκώσει παγώνοντας στη θέα του τίτλου: “Η Εξαφάνιση του μυστηρίου: Η ελλιπής βιογραφία του πράκτορος F. Gum ή άλλως Το Άδοξο Τέλος Ενός Γερασμένου Ονείρου Θερινής Νυκτός”. Ενημέρωσε την υπηρεσία του πως ένοιωθε αδιαθεσία και με γρήγορους τους παλμούς της καρδιάς του ανέβηκε στο δωμάτιό του, κλείδωσε την πόρτα πίσω του, βεβαιώθηκε πως το περίστροφό του ήταν γεμάτο πάνω στην εταζέρα και κάθισε με αγωνία και δέος, αποσβολωμένος μπροστά από το βιβλίο. “Ένα μακρόσυρτο όνειρο θερινής νυκτός έφτανε στο τέλος του!” είχε μορφάσει.

Δεν είχαν περάσει δέκα πέντε λεπτά από την ώρα που σηκώθηκε για να τεντωθεί και να πλυθεί, όταν χτύπησε διακριτικά, σχεδόν από λάθος, η πόρτα του δωματίου του. Τα μάτια του, σαν βραστά αυγά, στον ήχο της πόρτας αποπειράθηκαν να ξεκολλήσουν από τις θήκες τους, ενώ ταυτόχρονα τα γέρικα ακροδάκτυλά του έμοιαζαν να αποκτούν την αλλοτινή τους ικμάδα και τρέμοντας κατευθύνθηκαν ενστικτωδώς προς τη λαβή του όπλου του.

“Καλησπέρα! Εδώ μένει ο κύριος Φερνάντο Γκαμ!;”

Του Γιώργου Η. Παγωνάκη


Το παραπάνω κείμενο κέρδισε το δεύτερο βραβείο στον διαγωνισμό διηγήματος που συνδιοργάνωσε το Harmony and Creativity με την Εναλλακτική Δράση και την Εναλλακτική Ατζέντα. Τους νικητές επέλεξε ειδική επιτροπή από το τμήμα δημιουργικής γραφής του Harmony and Creativity. Δείτε όλα τα κείμενα που βραβεύτηκαν εδώ

Photo: Author/Depositphotos

Ενδιαφέροντα σεμινάρια και μαθήματα