Αυτή η στιγμή είναι ακριβώς όπως έπρεπε να είναι

Αυτή η στιγμή είναι ακριβώς όπως έπρεπε να είναι

Ένα νεκροταφείο είναι, ίσως, απίθανο μέρος για να βρεις τη φώτιση, αλλά πάντως εγώ εκεί τη βρήκα. Ένα μέρος της, εν πάση περιπτώσει.

Είχα πάει στη νεκρώσιμη ακολουθία για τον Τζέι, αλλά έφτασα αργά και βρήκα όλες σχεδόν τις θέσεις κατειλημμένες. Η μισή πόλη πρέπει να βρισκόταν εκεί, και δεν ξέρω γιατί, αλλά ένιωθα κάπως άβολα με όλο αυτό το δημόσιο πένθος.
Φαντάζομαι ότι ήθελα μια ιδιωτική στιγμή, ανάμεσα σε κείνον και σε μένα μόνο. Είχα χάσει έναν πολύ καλό φίλο. Αυτό είχε γίνει ο Τζέι για μένα, κάτι σαν μεγάλος αδελφός μου.

Έφυγα από την εκκλησία και αποφάσισα να έχω τη δική μου “νεκρώσιμη ακολουθία” για τον Τζέι, το δικό μου ιδιωτικό αντίο, αργότερα, στον τάφο του.
Ύστερα από δύο ώρες, όταν υπέθεσα ότι θα είχαν φύγει όλοι, πήρα το δρόμο για το νεκροταφείο. Είχα υποθέσει σωστά. Δεν υπήρχε κανείς εκεί.
Ξεκίνησα να βρω τον τάφο του Τζέι και να πω το στερνό μου “χαίρε”. Μόνο που δεν μπορούσα να βρω τον τάφο. Πουθενά. Κοίταζα τις στήλες, τη μια μετά την άλλη, αλλά πουθενά δεν έβλεπα ΕΛΜΕΡ (ΤΖΕΙ) ΤΖΑΚΣΟΝ. Γύρισα πάλι πίσω και ξανάρχισα να ψάχνω από την αρχή. Τίποτε.

Είχα αρχίσει να απελπίζομαι. Ίσως θα έπρεπε να έχω μείνει με τους άλλους. Μήπως βρισκόμουν σε λάθος νεκροταφείο; Μήπως δεν έψαχνα στο σωστό μέρος; Ήθελα πραγματικά να αποχαιρετήσω τον Τζέι. Ήθελα πραγματικά αυτή τη στιγμή. Άρχισε να ψιχαλίζει. Είχε σηκωθεί αέρας και φαινόταν ότι όπου να ‘ναι θα ξέσπαγε καταιγίδα.

“Έλα μωρέ Τζέι”, φώναξα από μέσα μου, “πού είσαι;”

Ξέρεις τώρα, είναι όπως όταν είσαι στο φανάρι, βιάζεσαι, θέλεις να ανάψει το πράσινο κι αυτό δεν ανάβει, και φωνάζεις από μέσα σου: “Έλα, άναψε, που να πάρει η οργή!” Αυτό έκανα. Δεν περιμένεις βέβαια να ανάψει το πράσινο εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Και δεν περιμένεις βέβαια να πάρεις απάντηση μέσα σ’ ένα νεκροταφείο (μεταξύ μας, θα προτιμούσες να μην την πάρεις).

Εγώ πάντως την πήρα. Και κόντεψα να τρελαθώ από το φόβο μου.
“Από δω”.

Αυτό ήταν το μόνο που είπε. Όμως ήταν η φωνή του, η φωνή του Τζέι, καθαρή σαν καμπάνα. Ήρθε ακριβώς από πίσω μου, και γύρισα τόσο απότομα που παραλίγο να πέσω.
Δεν υπήρχε κανείς. Τίποτε.
Θα μπορούσα να ορκιστώ ότι είχα ακούσει τον Τζέι.
Και τότε τον άκουσα ξανά.
“Από δω”.

Αυτή τη φορά η φωνή ήρθε από πιο μακριά, από τη μεριά που ήμουν τώρα γυρισμένος, αλλά από ψηλά, πάνω από ένα μικρό ανάχωμα.
Ένα ρίγος διέτρεξε τη σπονδυλική μου στήλη. Σκέφτηκα ότι μπορεί να ήταν κάποιος επιστάτης. Ίσως να με είδε να ψάχνω και να υπέθεσε ότι έψαχνα για κάποιο φρέσκο τάφο. Όμως, ήταν η φωνή του Τζέι. Δεν ήταν κάποιος που η φωνή του έμοιαζε με του Τζέι. Ήταν ο Τζέι.

Δεν υπήρχε κανείς εκεί γύρω. Ήθελα πραγματικά να είναι κάποιος, γιατί αυτή η φωνή δεν ήταν κάτι που φανταζόμουν. Την άκουγα, το ίδιο δυνατά και καθαρά, όπως άκουγα και το χτύπο της καρδιάς μου.

Έτρεξα προς το ανάχωμα. “Ίσως να είναι κάποιος από την άλλη πλευρά και να μην τον βλέπω από εδώ”, σκέφτηκα. Βρήκα ένα πλεονεκτικό σημείο στην κορυφή του αναχώματος και κοίταξα τριγύρω. Κανείς. Και τότε άκουσα πάλι τη φωνή – πιο απαλά τώρα, σαν να ήταν ο Τζέι πίσω μου.
“Εδώ”.

Γύρισα πάλι, αργά αυτή τη φορά. Φοβόμουν. Το παραδέχομαι. Όμως ο φόβος σύντομα έγινε κατάπληξη. Η νεκρική στήλη του Τζέι ήταν ακριβώς μπροστά μου. Στεκόμουν πάνω στον τάφο του.

Πήδηξα κάτω από το ανάχωμα σαν να είχα ανακαλύψει ότι πατούσα πάνω σε κροκόδειλο. “Συγνώωωωωωμηηηηη”, απολογήθηκα. Δεν ξέρω σε ποιον νόμιζα ότι μιλούσα.

Ξέρω. Μιλούσα στον Τζέι. Ήξερα ότι ήταν εκεί. Ήξερα ότι είχε επιβιώσει του “θανάτου” του και ότι με είχε καλέσει στον τάφο του για μια τελευταία, ιδιωτική στιγμή. Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. Κάθισα κάτω κι έμεινα εκεί για λίγο, ξαναβρίσκοντας την ανάσα μου, κοιτώντας το όνομα του Τζέι φρεσκοσκαλισμένο στο μάρμαρο. Περίμενα να πει κάτι ακόμα. Όμως δεν είπε.

“Λοιπόν”, είπα μετά από λίγο, “για πες μου, πώς είναι το να είσαι πεθαμένος;”

Προσπαθούσα να ελαφρύνω τη στιγμή. Αντίθετα, η ατμόσφαιρα γινόταν όλο και πιο βαριά, και πέρα, στο βάθος του ορίζοντα, έβλεπα αστραπές. Η καταιγίδα πλησίαζε.

“Άκου Τζέι”, είπα μέσα μου. “Θέλω να σ’ ευχαριστήσω για όλα όσα έκανες για μένα και για όλα όσα είσαι, ήσουν, για όλους. Υπήρξες τόσο μεγάλη έμπνευση για τόσο πολλούς ανθρώπους…Άγγιξες τόσες ζωές με αγάπη και στοργή! Ήθελα απλώς να σου πω ευχαριστώ. Θα μου λείψεις”.

Άρχισα να κλαίω με βουβούς λυγμούς. Και τότε ο Τζέι επικοινώνησε για μια τελευταία φορά μαζί μου. Τούτη τη φορά δεν το έκανε με λόγια. Ήταν ένα αίσθημα. Ένα αίσθημα γεμάτο αγάπη, που με τύλιξε σαν να τύλιγε κάποιος μια κάπα γύρω από τους ώμους μου και να μου έσφιγγε απαλά το μπράτσο.

Δεν μπορώ να το περιγράψω καλύτερα. Δεν υπάρχουν λόγια. Όμως ήξερα πια ότι ο Τζέι ήταν καλά και ότι θα ήμουν κι εγώ καλά. Και κατάλαβα ότι όλα εκείνη τη στιγμή ήταν τέλεια. ήταν ακριβώς όπως έπρεπε να είναι.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Neale Donald Walsch “Θεϊκή Φιλία” από τις εκδόσεις Η Δυναμική της Επιτυχίας

Ενδιαφέροντα σεμινάρια και μαθήματα