Το γράμμα του ποιητή Τζάκομο Λεοπάρντι στον πατέρα του

Το γράμμα του ποιητή Τζάκομο Λεοπάρντι στον πατέρα του

Έτος: 1819

Πατέρα

Αν και, θα έχεις μάθει αυτό που έκανα, αυτό το γράμμα ίσως σου φανεί ανάξιο να το διαβάσεις. Ελπίζω ότι θα έχεις την καλοσύνη να μην αρνηθείς να ακούσεις τα πρώτα και τελευταία λόγια ενός γιου που σε αγαπούσε πάντα και που υποφέρει απέραντα που σου προκαλεί στενοχώρια.

Με γνωρίζεις, γνωρίζεις και τη συμπεριφορά μου, και ίσως όταν θελήσεις να ανοίξεις τα μάτια, θα δεις ότι σε όλη την Ιταλία, για να μην πω σε όλη την Ευρώπη, δεν θα βρεις άλλον νεαρό που, σε ίδια κατάσταση με τη δική μου, ακόμα και σε μικρότερη ηλικία, ίσως και με πνευματικά χαρίσματα λιγότερα από τα δικά μου, να έχει δείξει τη μισή σύνεση, απάρνηση κάθε νεανικής απόλαυσης, υπακοή και συμμόρφωση στους γονείς του από αυτήν που έχω δείξει εγώ.

Όσο κι αν μπορείς να περιφρονείς αυτά τα λίγα ταλέντα που μου χάρισε ο ουρανός, δεν μπορείς να μην ακούς πόσοι αξιοσέβαστοι και διάσημοι άνθρωποι με έχουν γνωρίσει και με έχουν κρίνει με τον τρόπο που ξέρεις και που δεν πρέπει να επαναλάβω.

Δεν αγνοείς το γεγονός ότι όσοι με γνώρισαν, ακόμη κι αυτοί που συμφωνούν απολύτως με τις αρχές σου, έκριναν ότι θα πετύχαινα κάτι εξαιρετικό αν μου δίνονταν τα μέσα που, σήμερα όπως και χτες, είναι απαραίτητα για να μπορέσει να πετύχει ένας νέος που υπόσχεται μέτριες, έστω, προοπτικές.

Είναι εντυπωσιακό το ότι οποιοσδήποτε είχε ακόμη και επιφανειακή επαφή μαζί μου, απορούσε που ζούσα ακόμα σε αυτή την πόλη, και ότι εσύ μόνο είχες την αντίθετη και αμετακίνητη γνώμη.

Ασφαλώς γνωρίζεις ότι όχι μόνο σε μια πιο ζωντανή πόλη, αλλά ακόμα και σε αυτήν, δεν υπάρχει σχεδόν κανένας νέος δεκαεφτά ετών που δεν τον βοήθησαν οι γονείς του, για να τον τακτοποιήσουν όσο το δυνατόν καλύτερα, για να μην αναφέρω την ελευθερία που είχαν όλοι στην ηλικία μου, κι εγώ στα είκοσι μου έχω αποκτήσει μόλις το ένα τρίτο αυτής της ελευθερίας.

Αλλά ας το αφήσουμε αυτό. Αν και, αν δεν απατώμαι, από νωρίς έδωσα σπάνια δείγματα των ικανοτήτων μου, άρχισα πολύ αργότερα από τη συνηθισμένη ηλικία να εκδηλώνω την επιθυμία μου να προνοήσεις για το πεπρωμένο μου και για τη μελλοντική ζωή μου με τον τρόπο που υποδείκνυαν όλοι.

Έβλεπα αρκετές οικογένειες σε αυτή την ίδια πόλη, πολύ λιγότερο εύπορες από τη δική μας, και ήξερα για πολλές άλλες, σε άλλες πόλεις, ότι αν έβλεπαν μια ελάχιστη αχτίδα ιδιοφυΐας σε κάποιο παιδί τους, δεν δίσταζαν να κάνουν τεράστιες θυσίες ώστε να φροντίσουν με τον καλύτερο τρόπο να ανθίσει το ταλέντο του.

Παρότι πολλοί πίστευαν ότι η διάνοιά μου εξέπεμπε περισσότερο από μια αχτίδα, εσύ με κρίνεις ανάξιο για τις θυσίες ενός πατέρα και δεν πιστεύεις ότι το καλό της ζωής μου στο παρόν και στο μέλλον αξίζει κάποιες αλλαγές στα οικογενειακά σου σχέδια.

Όταν ζήτησα να φροντίσεις να μου εξασφαλίσεις κάποιον τρόπο για να συντηρούμαι με τρόπο που να αρμόζει στην περίπτωσή μου, χωρίς να γίνομαι βάρος στην οικογένειά μου, με χλεύασες, γιατί δεν πίστευες ότι άξιζε γι’ αυτόν το γιο σου να απασχολήσεις τους φίλους σου ή να αφιερώσεις τις φροντίδες σου.

Ήξερα καλά τα σχέδια που είχες για εμάς, και ήξερα επίσης ότι για να εξασφαλίσεις την ευτυχία ενός πράγματος που δεν γνωρίζω, αλλά ακούω να τη λες σπίτι και οικογένεια, απαιτούσες από εμάς τους δύο τη θυσία όχι αγαθών ούτε φροντίδων, αλλά των κλήσεών μας, της νιότης μας, όλης της ζωής μας.

Από τη στιγμή που αυτή τη θυσία από μένα και από τον Κάρλο δεν θα μπορέσεις ποτέ να την έχεις, δεν υπήρχε περίπτωση να σκεφτώ αυτά σου τα σχέδια, ούτε μπορούσα να τα δεχτώ με κανένα τρόπο.

Κι όμως, άφησες πολλά χρόνια έναν άνθρωπο με τον δικό μου χαρακτήρα να αναλώνεται σε θανάσιμες μελέτες ή να θάβεται στην πιο φρικτή πλήξη και, κατά συνέπεια, στη μελαγχολία που γεννιέται από τη μοναξιά κι από μια ζωή που ποτέ δεν ήταν ανέμελη, κυρίως όμως τους τελευταίους αυτούς μήνες.

Δεν άργησα πολύ να καταλάβω ότι κανένα επιχείρημα που θα μπορούσα να σκεφτώ ή να φανταστώ δεν θα σε έκανε να αλλάξεις γνώμη, και ότι η εξαιρετική σταθερότητα του χαρακτήρα σου, πάντα κρυμμένη και μεταμφιεσμένη σε μια φαινομενική ενδοτικότητα, ήταν τέτοια που δεν μου άφηνε ούτε τη σκιά μιας ελάχιστης ελπίδας.

Όλα αυτά και οι σκέψεις που έκανα για τη φύση των ανθρώπων με έπεισαν ότι, αν και στερημένος από τα πάντα, δεν πρέπει να εμπιστευτώ παρά τον εαυτό μου.

Και τώρα που διαβάζεις το γράμμα έχω γίνει υπεύθυνος για τον εαυτό μου, δεν ήθελα να καθυστερήσω άλλο να επιφορτιστώ τη μοίρα μου. Ξέρω ότι η ευτυχία του ανθρώπου έγκειται στο να είναι ικανοποιημένος, γι’ αυτό πιο εύκολα θα είμαι ευτυχισμένος ζητώντας ελεημοσύνη, παρά με τις ανέσεις τις οποίες μπορώ να απολαύσω σε αυτόν τον τόπο.

Μισώ την ευτελή σύνεση που μας κάνει ψυχρούς και μας δένει και μας κάνει ανίκανους για μεγάλες πράξεις καταντώντας μας ζώα που περιμένουν ήσυχα τη διαφύλαξη αυτής της δυστυχισμένης ζωής χωρίς άλλη σκέψη.

Ξέρω ότι θα με θεωρείς τρελό, όπως ξέρω ότι και όλοι οι σπουδαίοι άντρες είχαν το ίδιο αυτό όνομα. Και με δεδομένο ότι όλες σχεδόν οι μεγαλοφυΐες ξεκίνησαν τη σταδιοδρομία τους από απελπισία, δεν με ανησυχεί ότι και η δική μου ξεκινά έτσι.

Προτιμώ να είμαι δυστυχής παρά μικρός, και να πονώ παρά να πλήττω, πολύ περισσότερο που η πλήξη, πηγή θανάσιμης κατάθλιψης για μένα, με βλάπτει περισσότερο από κάθε σωματική δυσφορία.

Αφού σου εξήγησα τους λόγους της επιλογής μου, δεν μου μένει παρά να σου ζητήσω συγγνώμη για την αναστάτωση που σου προκαλώ με αυτό το γράμμα και με αυτά που παίρνω μαζί μου.

Αν η υγεία μου ήταν λιγότερο αβέβαιη θα προτιμούσα να πηγαίνω και να ζητιανεύω από σπίτι σε σπίτι παρά να αγγίξω έστω κι ένα δεκαράκι δικό σου.

Έτσι αδύναμος, όμως, που είμαι και χωρίς να έχω την παραμικρή ελπίδα από σένα, εξαιτίας των φράσεων που άφηνες επίτηδες να βγαίνουν ανέμελα απ’ τα χείλη σου σχετικά με το θέμα, για να μην εκτεθώ στη βεβαιότητα του θανάτου στη μέση του δρόμου από τη δεύτερη κιόλας μέρα, αναγκάστηκα να συμπεριφερθώ με αυτόν τον τρόπο.

Μου προξενεί μεγάλο πόνο, κι αυτό είναι το μόνο πράγμα που με ταράζει στην επιλογή μου, σκεπτόμενος ότι θα σε δυσαρεστήσω ενώ γνωρίζω τη μεγάλη καλοσύνη της καρδιάς σου και την ανησυχία σου προκειμένου να ζω ικανοποιημένος στην κατάστασή μου.

Σου είμαι ευγνώμων με όλη μου την ψυχή, και με βαραίνει απέραντα να δείχνω ότι έχω προσβληθεί από το ελάττωμα που απεχθάνομαι περισσότερο απ’ όλα, την αγνωμοσύνη.

Μόνο η διαφορά των απόψεών μας, που δεν μπορούσαν να συμφιλιωθούν με κανέναν τρόπο, και που οπωσδήποτε θα με οδηγούσε ή στο να πεθάνω εδώ από απελπισία ή στο να κάνω αυτό το βήμα το οποίο κάνω, είναι η αιτία της δυστυχίας μου.

Έτσι θέλησε ο ουρανός για τιμωρία μου, να λάχει σε σένα ο μόνος νεαρός σε αυτή την πόλη με ιδέες που ξεπερνούν τα στενά όρια του τόπου, και σε μένα να λάχει ο μόνος πατέρας που έκρινε αυτόν τον γιο με ντροπή.

Αυτό που με παρηγορεί είναι η σκέψη ότι αυτή είναι η τελευταία στενοχώρια που σου δίνω και ότι θα σε απαλλάξω από τη συνεχή ενόχληση της παρουσίας μου και από πολλές άλλες ταραχές που σου έχω προκαλέσει και πολύ περισσότερες που θα σου προκαλούσα στο μέλλον.

Αγαπημένε μου πατέρα, αν μου επιτρέπεις να σε ονομάζω με αυτό το όνομα, γονατίζω και σε παρακαλώ να συγχωρήσεις αυτόν το δυστυχή, από τη φύση του και από τις συνθήκες.

Θα ήθελα η δυστυχία μου να ήταν μόνο δική μου, κανείς να μην είχε χρειαστεί να υποφέρει, και ελπίζω ότι έτσι θα είναι από τώρα και στο εξής.

Αν η τύχη με κάνει ποτέ να αποκτήσω κάτι, η πρώτη σκέψη μου θα είναι να επιστρέψω αυτό που τώρα η ανάγκη με αναγκάζει να χρησιμοποιήσω.

Η τελευταία χάρη που σου ζητώ είναι αν ποτέ έχεις μια ανάμνηση από αυτόν τον γιο που πάντα σε αγαπούσε, μην τον απορρίψεις ως μισητό, μην τον καταραστείς.

Κι αν η μοίρα δεν θέλησε να μπορέσεις να τον επαινέσεις, μην αρνηθείς τουλάχιστον να του παραχωρήσεις τη συμπάθεια που δεν αρνιέται κανείς ούτε στους κακοποιούς.

Η τέχνη της ευθραυστότητας Alessandro D’ avenia εκδόσεις Πεδίο

Ενδιαφέροντα σεμινάρια και μαθήματα