Το μεγάλο, ατέλειωτο ταξίδι της Ελληνικής γλώσσας… ή μήπως «ατελείωτο»;

Το μεγάλο, ατέλειωτο ταξίδι της Ελληνικής γλώσσας... ή "ατελείωτο";

Το μεγάλο, ατέλειωτο ταξίδι της Ελληνικής γλώσσας… ή μήπως «ατελείωτο»;

Καθώς η Ελληνική γλώσσα (τα γνωστά Αρχαία για τα σημερινά δεδομένα) εξαπλώνονταν σε πολιτισμούς και λαούς προς όλες τις κατευθύνσεις γύρω από την Ελλάδα, άρχισε η υπεράσπισή της από Έλληνες οι οποίοι ήθελαν να διατηρήσουν την Αττική Ελληνική, εκείνη που είχε επικρατήσει προς όλα τα μήκη και πλάτη, καθώς ο Φίλιππος πρώτα, κι έπειτα ο Αλέξανδρος, την έχρισαν ως επίσημη Ελληνική όλων των Ελλήνων. Από τότε, μία διαμάχη περί της Ελληνικής ήταν και είναι πάντοτε, ενεργή και σύγχρονη.

Η Ελληνική γλώσσα, όλους αυτούς τους αιώνες, παραφράζεται μονίμως από άλλες φυλές, και εμάς τους ίδιους, απλοποιείται, κάθε φορά σε βαθμό κακουργήματος, και μετά από καιρό ξανά απλοποιείται σε… εγκληματικό βαθμό. Μια σύγχρονη απλοποίηση έχει επέλθει με τα greeklish στα κινητά όπου μας φαίνονται, προς το παρόν, ανυπόφορα.

Λοιπόν, η Δημοτική την οποία μιλάμε σήμερα ως επίσημη Ελληνική από μόλις το 1976 κι έπειτα, όπου και σταμάτησαν τα (αιματηρά ενίοτε) επεισόδια για το θέμα, επικράτησε της Καθαρευούσης η οποία μόλις και μετά μετά βίας θύμιζε την Αττική Ελληνική από όπου και ξεκίνησε η πρώτη μας ανησυχία για τον χαμό της Ελληνικής γλώσσας. Η Καθαρεύουσα, ήταν η προσπάθεια εμπνευσμένων λογίων μίας πολύ σημαντικής εποχής για την Ελλάδα -απελευθέρωσης από τουρκοκρατία- να καθαρίσουν τη γλώσσα από προσμίξεις που είχε υποστεί μέσα σε τόσους αιώνες απαγόρευσης της διδασκαλίας και της μελέτης της. Ένας από τους διανοούμενους που ανέλαβε το δύσκολο αυτό έργο – και το έφερε εις πέρας! ήταν ο Αδαμάντιος Κοραής.

Πράγματι έχουν αλλάξει πολλά και είναι αλήθεια ότι η απλούστευση δεν κάνει καλό σε όλα τα πράγματα. Σε μια γλώσσα, η υπεραπλούστευσή της την καθιστά μεν εύκολη στη χρήση ακόμα κι από ανθρώπους που δεν έχουν εκπαιδευτεί επαρκώς, δυσκίνητη δε μέσα σε ερμηνείες και συλλήψεις υψηλών εννοιών οι οποίες είναι χρήσιμες για τον νου, την ψυχή και την ευημερία του ανθρώπου. Και όσο πιο δυσκίνητη είναι μια γλώσσα, τόσο λιγότερο κινείται ο νους των ομιλούντων προς υψηλές έννοιες και ιδανικά. Τα αποτελέσματα τέτοιων περικοπών είναι φανερά από τη μία γενιά στην άλλη.

Παρ’ όλη την συνεχόμενη απλούστευση όμως, η σύγχρονη Ελληνική γλώσσα διαφέρει μεν κατά πολύ από εκείνη του Ομήρου, ο οποίος έγραφε Ελληνικά περίπου 2.800 χρόνια πριν, αλλά όχι τόσο όσο διαφέρει πχ η σύγχρονη Αγγλική γλώσσα από την Αγγλική στην οποία έγραφε ο Σαίξπηρ, μόλις 700 χρόνια πριν. Οι γλωσσολόγοι υποστηρίζουν πως τα θεμέλια και οι βάσεις της Ελληνικής γλώσσας είναι πάρα πολύ γερά. Είναι μια γλώσσα η οποία έχει σχεδιαστεί και σμιλευτεί πολύ καλά στην γέννεσή της, και πολύ δύσκολα διασαρθρώνεται η βασική της παρουσία ανά τους αιώνες.

Δε θα έπρεπε φυσικά αυτό να σημαίνει ότι μπορούμε να την κακομεταχειριζόμαστε καθώς περνούν οι καιροί. Ίσως η ελαστικότητα και η ανθεκτικότητά της να μπορούν να μας εμπνεύσουν τη δέσμευσή μας να σταθούμε επάξια, με την απαιτούμενη φροντίδα και καλλιέργεια απέναντι σ’ έναν τόσο όμορφο, ευαίσθητο και ανθεκτικό επικοινωνιακό μηχανισμό όπως είναι η Ελληνική Γλώσσα, σύντροφός μας μέσα στους καιρούς, από τότε που γεννήθηκε –μαζί μ’ εμάς- ως σήμερα.